Σάββατο, 17 Δεκεμβρίου 2011

Σπύρος Καγιαλές (1872-1929) – Ο ήρωας που έκανε το κορμί του ιστό για την ελληνική σημαία

Ο Σπύρος Καγιαλές – Καγιαλεδάκης, ο «Θρύλος του Ακρωτηρίου», έγραψε με τον ηρωισμό του και την αυτοθυσία του, μια από τις πιο ένδοξες στιγμές της Ελλάδος, κατά των Αγώνα των Κρητών, το 1897, για ένωση με την Μητέρα Πατρίδα.

Ο Σπύρος Καγιαλές
 Ο Σπύρος Καγιαλές γεννήθηκε το 1872. Ο πατέρας του Δημήτρης, καταγόταν από τη Γραμβούσα και ήλθε νωρίς, μαζί με την οικογένειά του, από τα Καμπιά και εγκαταστάθηκε στην οδό Λάκων, στη Χαλέπα. Όταν αργότερα εγκαταστάθηκαν εκεί και τα παιδιά του με τις οικογένειές τους, ολόκληρη η γειτονιά αποκλήθηκε «Καγιαλεδιανά».Η μητέρα του Μαρία, το γένος Ορνεράκη, ήταν από τα Σφακιά.
Όλοι οι άνδρες της οικογένειας έλαβαν μέρος σε όλους τους αγώνες της εποχής τους για την Ελευθερία και την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Στο Ακρωτήρι ο Σπύρος Καγιαλές υπηρέτησε από την αρχή της Επανάστασης του 1897 μαζί με τους αδελφούς του Γιώργο, Μανώλη, Αντώνη και Σήφη. Επίσης, έλαβε μέρος στις μάχες του Δρίσκου κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, όπου και πάλι διακρίθηκε για την Η ανδρεία του και τιμήθηκε με την απονομή ειδικών μεταλλίων και διπλώματος.
Γενναίος πολεμιστής υπήρξε και ο μονάκριβος γιος του Γιώργος, που διακρίθηκε στα πεδία των μαχών στη Μακεδονία, όπου και έπεσε. Ο χαμός του αγαπημένου του γιου, σημάδεψε την υπόλοιπη ζωή του και υπήρξε η πραγματική αιτία του θανάτου του, αργότερα. Από τη γυναίκα του Μαρία, το γένος Καπνισάκη, που ήταν από τα Κοντόπουλα των Κεραμειών, απόκτησε εκτός από τον Γιώργο και μία κόρη, την Ειρήνη, που δε ζει πλέον και την οποία είχε παντρέψει στις Η.Π.Α. με ένα άξιο Κρητικόπουλο, τον Παύλο Μαντά.
Από την Ειρήνη, απόκτησε τρία εγγόνια, τον Μάκη (που και αυτός δε ζει πια), τη Μαρία (σύζυγο του Γ. Μακρίδη) και την Κατερίνα (σύζυγο του J. Kentz), που ζουν μεν στις Η.Π.Α. αλλά ποτέ δεν έπαψαν να κλείνουν βαθιά στην καρδιά τους την Κρήτη και την Ελλάδα.

Τι κλίμα της εποχής

Οι χριστιανοί της Κρήτης υπέφεραν αφάνταστα από την αφόρητη κατάσταση που επικρατούσε στο νησί κι έτσι όπως συνέχιζε να εξελίσσεται στις αρχές του 1897.Στις 20 Ιανουαρίου οι Τούρκοι πυρπολούν πολλές συνοικίες και ιδιοκτησίες χριστιανών στα περίχωρα των Χανίων. Οι Χριστιανοί αναλαμβάνουν δράση, δημιουργούν προγεφυρώματα και πολιορκούν περιοχές όπου κυριαρχούσε το τουρκικό στοιχείο.
Στις 22 η κατάσταση χειροτερεύει και την επόμενη ημέρα και από τις 3.30 μ.μ. οι Τούρκοι πυροβολούν αδιάκριτα κατά παντός.Οι χριστιανοί κλείνονται στα σπίτια και στα μαγαζιά τους που πυρπολούνται, ενώ προηγουμένως παραβιάζονται και λεηλατούνται «εν μέσω πάσης θηριωδίας». Η κατάσταση είναι φρικτή. Οι φλόγες φαίνονται από μίλια μακριά. Μόχθοι 10ετιών εξαφανίζονται. Πυκνός καπνός σκεπάζει ολόκληρη την πόλη. Διάφορες εύφλεκτες ύλες προκαλούν ισχυρές εκρήξεις, που μαζί με τους κρότους των όπλων και τις «κωδωνοκρουσίες των εκκλησιών δημιουργούν φρικώδες πανδαιμόνιο». Αυτό το σκηνικό κράτησε 3 περίπου μέρες. Τα Χανιά και η Χαλέπα ερημώθηκαν και όσοι xριστιανοί διασώθηκαν, κατέφυγαν σε διάφορα σημεία της ελεύθερης Ελλάδας.
Στις 24 Ιανουαρίου γίνεται σύσκεψη στο σπίτι του Έλληνα πρόξενου στη Χαλέπα, Ν. Γενάδη, στην οποία μετέχουν ο ίδιος και οι Κ. Μητσοτάκης, Α. Σήφακας, Ν. Ζουρίδης και Κ. Φούμης. Αποφασίστηκε να κηρυχθεί η Ένωση και να κληθεί ο βασιλιάς των Ελλήνων Γεώργιος να καταλάβει το νησί.Την επόμενη εκδίδεται ψήφισμα υπέρ της Ένωσης, αναγγέλλεται ότι πρόκειται να καταπλεύσει στο νησί ελληνικός στόλος και καταλαμβάνονται από τους επαναστάτες στρατηγικές θέσεις στο Ακρωτήρι.
Στις 26 αποφασίζεται να ανυψωθεί η ελληνική σημαία στον Προφήτη Ηλία του Ακρωτηρίου ( «Ημερολόγιο Ακρωτηρίου» Γ.Σήφακα, έκδοση 1953, σελίδα 23).Την ίδια ημέρα δημιουργείται προσωρινό στρατόπεδο στον περίβολο του ελληνικού προξενείου και τα μεσάνυχτα, φτάνουν έξω από το λιμάνι των Χανίων τα ελληνικά πολεμικά πλοία «Ύδρα», «Μυκάλη», «Μιαούλης» και «Αλφειός». Την αυγή επιδίδεται το ψήφισμα στους πρόξενους της Ελλάδας και των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στις 28 Ιανουαρίου 1897, ο λαός της Επαρχίας Σητείας, ζητά την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα. Την επομένη, με λαϊκό ψήφισμα κηρύσσεται η Ένωση στους Τζερμιάδες Λασιθίου και στην Ιεράπετρα. Την ίδια ημέρα, αποπλέει με προορισμό την Κρήτη μοίρα του ελληνικού πολεμικού στόλου, υπό τις διαταγές του πρίγκιπα Γεωργίου που την αποτελούσαν τορπιλοβόλα. Ο ίδιος επιβιβάζεται στο πλοίο «Σφακτηρία».
Στις 2 Φεβρουαρίου αποβιβάζεται στο Κολυμπάρι Χανίων ελληνικό εκστρατευτικό σώμα που το αποτελούσαν δύο τάγματα πεζικού, ένας λόχος μηχανικού και μία ορειβατική πυροβολαρχία, συνολικής δύναμης 1.500 περίπου ανδρών. Επικεφαλής τους ήταν ο συνταγματάρχης και υπασπιστής του βασιλιά, Τιμολέων Βάσσος.
Στις 3 Φεβρουαρίου εκδίδει την πρώτη του προκήρυξη ως «αρχηγός του ελληνικού στρατού κατοχής της Κρήτης» από την Ιερά Μονή Γωνιάς και στη συνέχεια ξεκινά για τα Χανιά, αντιμετωπίζοντας με επιτυχία όσες τουρκικές δυνάμεις συνάντησε στον δρόμο του. Η προέλασή του όμως εμποδίστηκε από αγήματα του ενωμένου στόλου των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, που διοικούσε ο Ιταλός υποναύαρχος Κανεβάρο. Τα αγήματα αυτά είχαν αποβιβασθεί από τα πλοία του στόλου για να αποτρέψουν σύγκρουση, να προστατεύσουν την πόλη και να διευκολύνουν διαπραγματεύσεις για το καθεστώς του νησιού.
Ο Τιμολέων Βάσσος, ζητά και λαμβάνει οδηγίες από την ελληνική κυβέρνηση του Θεόδωρου Δεληγιάννη, να αποφύγει σύγκρουση με τους «ξένους». Ταυτόχρονα η κυβέρνηση της Ελλάδας απορρίπτει απαίτηση των Μεγάλων Δυνάμεων, που ζητούσαν να αποσύρει από την Κρήτη το ελληνικό εκστρατευτικό σώμα.
Από τις 28 μέχρι και 31 Ιανουαρίου διαμορφώνεται και ενισχύεται το στρατόπεδο του Ακρωτηρίου. Οπλαρχηγοί με περίπου 650 μαχητές άφησαν τα μετερίζια τους και εγκαταστάθηκαν στο Ακρωτήρι. Παράλληλα το στρατόπεδο εφοδιάζεται με πολεμικό υλικό και άλλα χρήσιμα είδη, που έφθασαν κύρια με το πλοίο «Λαύριο» στην θέση Σταυρός και αποθηκεύτηκαν στην Ιερά Μονή της Αγίας Τριάδος.

Η δημιουργία στρατοπέδου

Αρχηγός των επαναστατών του στρατοπέδου ήταν ο γενναίος οπλαρχηγός Αντώνης Σήφακας, έμπορος και ποιητής, πρώτος μεταξύ ίσων, ανάμεσα στα μέλη της Επιτροπής του επαναστατικού στρατοπέδου, που την αποτελούσαν μεγάλες προσωπικότητες της εποχής οι Ελευθέριος Βενιζέλος, διδάκτορας του Δικαίου, δικηγόρος και π. βουλευτής, Νικόλαος Πιστολάκης, διδάκτορας του Δικαίου και π. εισαγγελέας, Γεώργιος Μυλωνογιαννάκης, διδάκτορας της ιατρικής και οπλαρχηγός, Χαράλαμπος Παπαδάκης, διδάκτορας του Δικαίου, Κωνσταντίνος Φούμης, διδάκτορας του Δικαίου και π. γενικός διοικητικός σύμβουλος της Διοίκησης Κρήτης. Όλοι τους μιλούσαν ξένες γλώσσες και αργότερα αποτέλεσαν και μέλη της Διοικητικής Επιτροπής Ακρωτηρίου. («Ημερολόγιο Ακρωτηρίου», σελίδες 152, 202, 210).

Οι πρώτες συγκρούσεις

Στις 1 και 2 Φεβρουαρίου Έλληνες και Τούρκοι προσπαθούν να προωθήσουν τις δυνάμεις τους σε
διάφορες επίκαιρες θέσεις, ενώ ήδη από την 1η Φεβρουαρίου, ο τότε γενικός διοικητής Κρήτης Βέροβιτς Πασάς, που αντιτάχθηκε στις εισηγήσεις των Τούρκων μπέηδων κατά των Χριστιανών, υποχρεώνεται σε παραίτηση.
Στις 4 ο τοποτηρητής του γενικού διοικητή Κρήτης Ισμαήλ Βέης, εκδίδει προκήρυξη για τον αποκλεισμό του νησιού από τους στόλους των Μεγάλων Δυνάμεων, τον οποίο αποκαλεί «επιχείρηση προστασίας της Κρήτης» και καλεί τους Χριστιανούς να καταθέσουν τα όπλα. Η προκήρυξη πέφτει στο κενό.Την ίδια ημέρα, ο ύπαρχος του θωρηκτού «Ύδρα» Κωνσταντίνος Κανάρης, εγγονός του ένδοξου ναύαρχου Κανάρη, παραδίδει στους Ελευθέριο Βενιζέλο και Χρύσανθο Τσεπετάκη, μεγάλη πολεμική ελληνική Σημαία με την «κορώνα» στη μέση, για να ανυψωθεί στο στρατόπεδο του Ακρωτηρίου.
Στις 7 οι Χαλεπιανοί υπό τους Ε. Βενιζέλο, Γ. Μουντάκη, Μ. Καλορίζικο, Σ. Μουρούζη, Χ. Τσεπετάκη, Ν. Πετρίδη, Κωνσταντίνο, Ιερώνυμο και Ιωάννη Φούμη και 15 οπλίτες από το Γαβαλοχώρι υπό τους Ε. Παπαδάκη και Γ. Κοτζάμπαση, καταλαμβάνουν οριστικά την θέση του Προφήτη Ηλία και σε περίοπτη θέση υψώνουν την Σημαία.
Στις 8 γίνεται συνεννόηση για την ταυτόχρονη προσβολή των τουρκικών θέσεων, από όλες μαζί τις Κρητικές και Ελλαδικές δυνάμεις.Έτσι, στις 9 Φεβρουαρίου, αρχίζουν ορισμένες «αψιμαχίες» στην περιοχή μεταξύ Μαλάξας και Ναυστάθμου, που γρήγορα επεκτάθηκαν και από τον Ναύσταθμο μέχρι τις Κορακιές. Στις 15.30 της 9ης Φεβρουαρίου 1897, δίδεται το αρχικό σύνθημα για τον βομβαρδισμό από το θωρηκτό «Σικελία», που αποτελούσε την ναυαρχίδα του αρχηγού του ενωμένου στόλου Ιταλού υποναύαρχου Κανεβάρο και που ναυλοχούσε έξω από το λιμάνι των Χανίων.

Η μάχη

Αμέσως τα πολεμικά πλοία των Μεγάλων Δυνάμεων, αρχίζουν χωρίς προειδοποίηση, ένα σφοδρό
βομβαρδισμό του στρατοπέδου του Ακρωτηρίου, όπου ήδη κυμάτιζε η ελληνική πολεμική Σημαία.
Ολόκληρη την περιοχή Ακρωτηρίου «κάλυψε βαριά πολεμική αντάρα που έκανε την γη να σείεται μέσα σε πυκνούς καπνούς, δέσμες φωτιάς, σύννεφα σκόνης και βροχή κατακερματιζόμενων στόχων που τινάζονταν στον αέρα, με την υπόκρουση σφοδρών θορύβων».
Όπως σημειώνεται ειδικότερα στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου»,… «οι ήχοι των ομοβροντιών των πλοίων ήταν εκκωφαντικοί και έμοιαζαν με ισχυρές βροντές που ακούγονται μόνο όταν πέφτουν κεραυνοί. Οι βολιδοφόρες οβίδες κατά την έκρηξή τους, προκαλούσαν κρότο μεγαλύτερο από τις βολές των πυροβόλων. Στο πανδαιμόνιο των κρότων προστίθετο και ο κρότος καταιγιστικών πυροβολισμών. Η ηχώ όλων αυτών, πολλαπλασιαζόταν μέσω των βουνών του Ακρωτηρίου και συγκλόνιζε κυριολεκτικά όλη την ευρύτερη περιοχή, που την μετέβαλε σε πραγματική κόλαση. Το μελανό χρώμα των οβίδων, φαινόταν καθαρά στον αέρα. Την εικόνα συμπλήρωνε η έκρηξή τους. Άφθονος μαύρος καπνός και βαθυκόκκινες φλόγες, ανακατεύονταν με σύννεφα σκόνης και με βροχή από χώματα, λίθους, βράχους και κομμάτια από ερείπια που προκαλούσε η πρόσκρουση των βλημάτων στο έδαφος».
Με μια μόνο από τις οβίδες αυτές που είχαν διαμετρήματα 21, 27 και 32 εκατοστά, μία κατοικία στις Κορακιές έγινε αμέσως σωρός από ερείπια και ογκώδεις βράχους.
Οι Τούρκοι «αλαλάζοντες» επωφελήθηκαν και επιχείρησαν έφοδο κατά του στρατοπέδου για να το καταλάβουν. Αλλά οι ηρωικοί αγωνιστές του Ακρωτηρίου πρόβαλαν σθεναρή αντίσταση και τους απώθησαν με επιτυχία. Πεντακόσιοι περίπου Ευρωπαίοι αξιωματικοί και πεζοναύτες, παρακολουθούσαν τις σκηνές φρίκης από τις επάλξεις του φρουρίου Χανίων, όπου είχαν στηθεί μαζί με την τουρκική και οι σημαίες των Μεγάλων Δυνάμεων.
Στο μεταξύ, οι αξιωματικοί του ελληνικού θωρηκτού «Ύδρα», νόμιζαν ότι ο ενωμένος στόλος θα βάλλει και εναντίον τους. Γι’ αυτό ο κυβερνήτης Βώκος έδωσε από την αρχή εντολή στο πλήρωμα του, να λάβει θέσεις και να είναι έτοιμο για τον «υπέρ πάντων αγώνα», μέχρι και την τελική πτώση-θυσία στο βωμό της πίστης και της πατρίδας.
Όπως σημειώνεται στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου», τα γερμανικά πυρά ήταν τα πρώτα που ξεκίνησαν τον βομβαρδισμό. Τα αγγλικά ήταν ιδιαίτερα πυκνά. Τα ρωσικά εξαιρετικά ευθύβολα. Τα αυστριακά προφανώς «επίτηδες» ρίχνονταν, μάλλον, κατά των τουρκικών θέσεων και όχι κατά των χριστιανικών. Κατά τους Γάλλους τα πολεμικά πλοία τους, δεν έλαβαν μέρος στον βομβαρδισμό, ενώ κατά Ιταλούς πολεμικούς ανταποκριτές που παρακολουθούσαν τα γεγονότα και τα ιταλικά πολεμικά δεν μετείχαν στην «επαίσχυντη αυτή ενέργεια». Όμως, περισσότερες από 100 οβίδες ρίχτηκαν συνολικά κατά του στρατοπέδου του Ακρωτηρίου και ήταν αρκετές για τον χαλασμό που ακολούθησε.

Η πτώση της σημαίας και το έπος του Καγιαλέ

Ξαφνικά, μία ρωσική οβίδα πλήττει το εκκλησάκι του Προφήτη Ηλία και άλλη, που προερχόταν από το ρωσικό πολεμικό «Μπελίκη» χτυπά και καταρρίπτει τον ιστό με την μεγάλη ελληνική πολεμική Σημαία.Τότε ο άξιος στρατοπεδάρχης Μιχάλης Καλορίζικος, διατάζει να στηθεί και πάλι στη θέση του ο κομμένος ιστός με τη Σημαία.Δεν προλαβαίνει να ολοκληρώσει τη διαταγή του και πετάγεται σαν ελατήριο από το ταμπούρι του ο ατρόμητος αγωνιστής Σπύρος Καγιαλές. Με μεγάλο κίνδυνο για την ζωή του μέσα στην πύρινη κόλαση του βομβαρδισμού, έχοντας στα χείλη του -όπως ο ίδιος διηγούταν αργότερα- τους γνωστούς στίχους «για του Χριστού την πίστη την αγία και της πατρίδας την ελευθερία», αρπάζει τον ιστό, αναδιπλώνει την τεράστια Σημαία γύρω από τον ώμο του, ξαναστήνει τον ιστό και απλώνει την Σημαία που κυματίζει και πάλι περήφανη, μέσα σε πανδαιμόνιο ενθουσιασμού των επαναστατών.
Νέα οβίδα καταρρίπτει και πάλι τον ιστό. Και πάλι ο Σπύρος Καγιαλές πετάγεται και τον ξαναστήνει όπως πριν, ενώ το στρατόπεδο «σείεται από ουρανομήκεις ζητωκραυγές».
Προτού όμως κατασιγάσουν οι ζητωκραυγές, τρίτη οβίδα θρυμματίζει πια τον ιστό και ρίχνει κάτω την Σημαία.
Τότε συνέβη κάτι το απίστευτο, κάτι ανεπανάληπτο: Ο Σπύρος Καγιαλές, ορμά αμέσως, αρπάζει την σημαία, κάνει το ίδιο του το σώμα ιστό, και ανυψώνει με τα χέρια του τη Σημαία, που συνέχιζε να κυματίζει περήφανη απέναντι από τα κανόνια του ξένου στόλου.
Οι επαναστάτες και τα πληρώματα των ελληνικών πολεμικών πλοίων που παρακολουθούσαν την εξέλιξη του βομβαρδισμού, έγιναν μάρτυρες μίας απρόσμενης έκπληξης, ενός θαύματος που προκάλεσε η τόσο ριψοκίνδυνη όσο και μοναδική ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ και εξέφραζε με μοναδικό τρόπο την αμετάκλητη απόφαση των επαναστατημένων Κρητικών για ελευθερία ή θάνατο.
Μόλις οι ναύαρχοι του ενωμένου στόλου είδαν με τα κιάλια, ότι η Σημαία και πάλι κυματίζει με κοντάρι έναν επαναστάτη, έναν από τους αγωνιστές που ορθώθηκε κόντρα στα κανόνια τους, δεν πίστευαν στα μάτια τους! Θαύμασαν τόσο, που διέταξαν αμέσως παύση πυρός.
Ήταν τότε που ο Ελευθέριος Βενιζέλος, κλαίγοντας αγκάλιασε τον ηγούμενο Ιερόθεο και του είπε: «Ιερόθεε, να για ποιον λαό αγωνιζόμαστε! Η νίκη και η Ένωση μετά από αυτά είναι βεβαία». (Μαρτυρία του ίδιου του Ιερόθεου στην εφημερίδα «Αθηναϊκή» 13 Νοεμβρίου 1961)
Το στρατόπεδο δονείται από τις ζητωκραυγές και τους πανηγυρισμούς. Στο θωρηκτό «‘Υδρα» ψέλνεται ο εθνικός ύμνος. Ζητωκραυγές και χειροκροτήματα ακούγονται πλέον όχι μόνο από τα ελληνικά, αλλά και από τα ιταλικά και γαλλικά πλοία!!!

Ο απόηχος της ηρωικής πράξης του Σπύρου Καγιαλέ

Ο Ιταλός υποναύαρχος τότε, Κανεβάρο, γράφει στα απομνημονεύματά του:
Μου έκανε βαθιά εντύπωση η ψυχραιμία των επαναστατών.

Μου έφερε δάκρυα στα μάτια η στάση των.
Μου συγκλονιζόταν η ψυχή όταν μετά από κάθε οβίδα ακουγόταν η ζητωκραυγή: Ζήτω η Ελλάς!
Η ανύψωση της σημαίας με αυτόν τον τόσο ηρωικό τρόπο, αποτέλεσε μια στιγμή της ζωής μου που δεν θα λησμονήσω ποτέ.
Η ψυχή μου ήταν απ’ αρχής μαζί τους, όπως και των πληρωμάτων μου, που βομβάρδιζαν με πόνο στην καρδιά και ζητωκραυγάζοντας τους γενναίους.
(Εφημερίδα «Ηνωμένος Τύπος» Χανίων, 9 Φεβρουαρίου 1937).
Όπως διηγήθηκε αργότερα ο ίδιος ο Ελευθέριος Βενιζέλος, ο ναύαρχος Κανεβάρο του είχε πει τότε, πως έμεινε άναυδος από θαυμασμό για την ωραία αυτή και κατ’ εξοχήν ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, που εκείνη ακριβώς την ημέρα νίκησε -στην κυριολεξία- την ευρωπαϊκή διπλωματία. Γιατί όχι μόνο προκάλεσε την άμεση παύση του βομβαρδισμού του Ακρωτηρίου, αλλά και την υποβολή, από τους ναυάρχους, ευνοϊκών εισηγήσεων προς τις κυβερνήσεις τους. (Εφημερίδες: «Έθνος» 24 Ιουλίου 1929 & «Ηνωμένος Τύπος» Χανίων, 9 Φεβρουαρίου 1937).
Η είδηση για την ηρωική πράξη ταξίδευσε γρήγορα στα πέρατα του κόσμου και προκάλεσε «θύελλα». Σ’ αυτό συνέβαλαν πολλοί ξένοι έγκριτοι δημοσιογράφοι και πολεμικοί ανταποκριτές, όπως ο Binder της εφημερίδας της Βιέννης «Fremdemblatt», o Dillons, αρχισυντάκτης της «Daily Telegraph»» του Λονδίνου, Decio Graziotti της «Popolo Romano» της Ρώμης, ο ανταποκριτής Καλαποθάκης των «Times» του Λονδίνου, κ.ά. Ήταν αιτία να οργανωθούν πολλά συλλαλητήρια σε διάφορες χώρες, κατά τα οποία απαίτησαν οι ελεύθεροι λαοί, να βοηθηθεί η Κρήτη και να ζήσει επιτέλους ελεύθερος ο λαός της.
Ο ευρωπαϊκός Τύπος «βάφτισε» τότε τον βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου ως «αντιναυαρίνο», εκφράζοντας έτσι την αποδοκιμασία του γι’ αυτόν και εξαίρωντας τον ηρωισμό και την αυτοθυσία των Κρητικών.
Η ηρωική πράξη του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» προκάλεσε μετά από λίγους μήνες την παραχώρηση αυτονομίας στην Κρήτη (16/28 Οκτωβρίου 1897), που προηγήθηκε της Ένωσης της με την Ελλάδα (1/14 Νοεμβρίου 1913).
Η εξέλιξη αυτή «προαναγγέλθηκε» δύο μέρες μετά την ηρωική και ανεπανάληπτη πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, με την Προκήρυξη των Ναυάρχων του ενωμένου στόλου Ιταλίας, Γαλλίας, Αυστρίας, Γερμανίας, Αγγλίας και Ρωσίας (11/23 Φεβρουαρίου 1897). Σ’ αυτήν υπογραμμιζόταν, ότι κανένα άλλο σκοπό πια δεν είχε η παρουσία τους, παρά μόνο την εξασφάλιση της ησυχίας και της ειρήνης και την προστασία των κατοίκων της Κρήτης μέχρι να δοθεί ικανοποιητική λύση στο Κρητικό Ζήτημα, μετά από συνεννόηση των δυνάμεων, τις οποίες αντιπροσωπεύουν.Μετά τον βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου, οργανώθηκε και στην Αθήνα μεγάλο συλλαλητήριο, όπου χιλιάδες λαού απαίτησε πλήρη ελευθερία για την Κρήτη.
Έτσι, η απαράμιλλη ανδρεία και ο ηρωισμός του Σπύρου Καγιαλέ ήταν η πιο βροντερή «κανονιά» των Κρητικών επαναστατών, εναντίον εκείνων που προσπαθούσαν με τη βία, εμφανιζόμενοι ως αυτόκλητοι «προστάτες» να τους στερήσουν την ελευθερία.
Η πράξη του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» αποτέλεσε την συνέχεια μιας ατέλειωτης σειράς θυσιών και αμέτρητων ηρωισμών του αδούλωτου Κρητικού λαού. Ενός λαού η παράδοση και το όραμα του οποίου είναι εμπνευσμένα «από τον αγώνα τον καλό». Από την πρόγευση ελευθερίας που πηγάζει από τα ιερά κόκαλα των Ελλήνων, που είχαν ανά τους αιώνες γι’ αυτήν θυσιαστεί.
Πρώτος σημαντικός σταθμός για την τελική κατάκτηση της ελευθερίας της Κρήτης, ήταν η ανακήρυξη της αυτονομίας της Μεγαλονήσου υπό τον πρίγκιπα Γεώργιο με 3ετή θητεία. Μέχρι το τέλος του 1897, η ηρωική πράξη του Σπύρου Καγιαλέ, βοήθησε στην αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων και της τουρκικής χωροφυλακής από το νησί.
Η ιστορία κατέγραψε στις χρυσές της σελίδες την πράξη του Σπύρου Καγιαλέ. Η επιλογή του να μετατρέψει το σώμα του σε ιστό στην κορυφή του βράχου μέσα στον «ορυμαγδό και την κόλαση του πυρός», εκεί όπου δύο φορές πριν οι εχθρικές οβίδες είχαν πετύχει τον ιστό και τον σώριασαν καταγής, περιέχει την απόφαση της θυσίας, μπροστά στην ευθυβολία των ρωσικών πυρών. Εδώ φαίνεται και το μεγαλείο της πράξης του, που έθεσε τους Ευρωπαίους προ των ευθυνών τους.

Ιστορικά ντοκουμέντα

Αυτή την αξία της πράξης του Σπύρου Καγιαλέ επιβεβαιώνει και η υπ’ αρ. 68/3-10-1897. Πιστοποίηση της Διοικούσας Επιτροπής του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου.
Όπως αναφέρεται στο «Ημερολόγιο του Στρατοπέδου του Ακρωτηρίου» (σελίδες 47 & 97), παρά το σφοδρό και καταιγιστικό πυρ που έπληξε την περιοχή του στρατοπέδου, καμία απώλεια δεν υπήρξε μεταξύ των επαναστατών.
Το απίστευτο και ανεξήγητο φαινόμενο, όλοι το απόδωσαν στην «παντοδύναμη προστασία του Υψίστου». Επειδή όμως κρίθηκε ότι υπήρχε φόβος η έλλειψη θυμάτων να μειώσει την ευνοϊκή εντύπωση που δημιουργήθηκε γι’ αυτούς διεθνώς από τον απάνθρωπο βομβαρδισμό, αναγγέλθηκε στον ναύαρχο Κανεβάρο, ότι σκοτώθηκαν 3 και τραυματίστηκαν 12 άνδρες και 3 γυναίκες, από τις οποίες η μία ήταν καλόγρια.

Ο θρύλος Σπύρος Καγιαλές

Ο Σπύρος Καγιαλές, μετά τον Βομβαρδισμό του Ακρωτηρίου, έγινε γνωστός και ως «τσικι ντάν». Όπως γράφει ο Ν. Β. Πετρουλάκης στην εφημερίδα «Φωνή του Αποκορώνου» (φύλλο Δεκεμβρίου 1995), «το παράξενο αυτό άκουσμα, ήταν ο απόηχος από το σκάσιμο της οβίδας. Γι’ αυτό και συνήθιζε να απαντά στους άλλους: «Μπόμπα νταν», μιμούμενος τον ήχο από την πρόσκρουση της οβίδας στο έδαφος, που όλα αυτά συμβόλιζαν την ηρωική πράξη στο Ακρωτήρι».
Ο Σπύρος Καγιαλές πέθανε στη Χαλέπα στις 5 Σεπτεμβρίου 1929 και αναπαύεται στον τάφο της οικογένειας στο νεκροταφείο της Αγίας Φωτεινής Χαλέπας.
Μετά τον θάνατό του, ο Σπύρος Καγιαλές τιμήθηκε από τον Δήμο Χανίων, που στις 30 Αυγούστου 1960 έδωσε το όνομά του σε μία γραφική πλατεία κοντά στο σπίτι του, που βρίσκεται στην οδό Γραμβούσης 3 στη Χαλέπα.Επίσης τιμήθηκε και από την Κοινότητα των Στερνών Ακρωτηρίου , που του έστησε άγαλμα – αναπαράσταση της θρυλικής του πράξης.Ο δήμος Ακρωτηρίου γιορτάζει κάθε χρόνο την επέτειο του βομβαρδισμού της 9ης Φεβρουαρίου 1897 και μαζί τιμά με καταθέσεις στεφάνων στον ανδριάντα του (δίπλα στους Τάφους των Βενιζέλων), τον ήρωα Σπύρο Καγιαλέ – Καγιαλεδάκη, που έγινε σύμβολο στον αγώνα των Κρητικών για την Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα.
Οι Κρήτες των ΗΠΑ (Παγκρητική Ένωση Αμερικής), χρηματοδότησαν την κατασκευή του μεγάλου αγάλματος του «Θρύλου του Ακρωτηρίου» Σπύρου Καγιαλέ Καγιαλεδάκη, που φιλοτέχνησε στα Χανιά ο γλύπτης Γιάννης Μαρκαντωνάκης και που τοποθετήθηκε στο σημείο εκείνο, όπου έπεσε η Σημαία από τις οβίδες και την ύψωσε κάνοντας το ίδιο του το κορμί κοντάρι. Ο ανδριάντας του Σπύρου Καγιαλέ Καγιαλεδάκη βρίσκεται στον Προφήτη Ηλία, παράπλευρα από τους Τάφους των Βενιζέλων.
Τα εγκαίνια του ανδριάντα έγιναν το 1997 , στην επέτειο των 100 χρόνων από την ηρωϊκή πράξη του Σπύρου Καγιαλέ και την μεγάλη Επανάσταση του 1897, σε μία λαμπρή τελετή.
Αυτός ήταν ο ήρωας Σπύρος Καγιαλές, ο «Θρύλος του Ακρωτηρίου», που από ταπεινοφροσύνη δεν ζήτησε να πάρει σύνταξη, από αυτές που έδινε ή δίνει το κράτος στους αγωνιστές, ως ελάχιστη αναγνώριση της προσφοράς τους. Ποτέ ο ίδιος δεν κόμπασε για την πράξη του, γιατί απλά θεωρούσε ότι έκανε το χρέος του προς την πατρίδα.
video
Πηγή: kayales.gr
πηγή : http://www.pare-dose.net

Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2011

Όταν οι Έλληνες συνάντησαν τους σιδηρόφρακτους!!!

Έλληνας Στρατιώτης

 
        Το 1493, ο Βασιλιάς της Νεαπόλεως Φερδινάνδος και ο ηγεμονικός οίκος των Μεδίκων της Φλωρεντίας είχαν έλθει σε εχθρικές σχέσεις προς τον Πάπα Αλέξανδρο. Η Βενετία τάχθηκε με το μέρος του πάπα, καθώς και ο δούκας του Μιλάνου Σφόρτσα. Επιπλέον, κάλεσε ο πάπας τον Κάρολο Η΄ της Γαλλίας  να τον βοηθήσει εναντίον των εχθρών του και πραγματικά, κατά το τέλος του 1494, εκστρατεύει εκείνος με 50.000 άνδρες, εισβάλλει στην Λομβαρδία και προχωρώντας κυριεύει την Πίζα και την Σιένα: Οι  Βενετοί δεν είδαν με καλό μάτι την εξάπλωση του Καρόλου στην Ιταλία και κατόρθωσαν να μεταπείσουν τον πάπα και να κηρύξουν μαζί του τον πόλεμο κατά του Καρόλου. Η γερουσία προσπάθησε να φέρει στρατιώτες από την Πελοπόννησο και από τα νησιά του Ιονίου. Και πραγματικά έρχονται ο Θεόδωρος Παλαιολόγος, ο Δημήτριος Λάσκαρης , ο Πέτρος Μπουζίκης, ο Λουκάς Πιζάνος και ο μαρκήσιος Τρεβιζάνο με 1600 περίπου στρατιώτες καβαλαραίους. Και στέλνονται αμέσως στην Λομβαρδία, για να αντιμετωπίσουν τον βασιλιά της Γαλλίας. Εκεί οι Αρβανίτες μας κάνουν θαύματα ηρωισμού και πολεμικής τακτικής, που προξενούν στους αντιπάλους τους φοβερή εντύπωση, την οποία για να κατανοήσουμε, είναι ανάγκη να γνωρίσουμε το ηρωικό πνεύμα και τη στρατιωτική οργάνωση των δύο μερών.
Σιδηρόφρακτος
       Έπνεε εκείνους τους χρόνους στις χώρες τις Δύσεως ο άνεμος της φανταχτερής ιπποσύνης. Όλοι τους κόμπαζαν ως πολεμοχαρείς ήρωες, ενώ και μόνο η σύνθεση και το βάρος της πανοπλίας, με την οποία σε περίπτωση συγκρούσεως θα ήταν θωρακισμένοι αυτοί και τα άλογά τους, πρόδιδε ότι ήταν φιλόζωοι και όχι γενναίοι. Ήταν κατάφρακτοι και τερατόμορφοι σαν αστακοί, μα όλη τους η μαχητική αξία μάλλον σ’ αυτό ήταν μόνο περιορισμένη, στην εντύπωση του τρόμου που προκαλούσε η εμφάνισή τους αυτή. Στη πραγματικότητα, η φοβερή τους θωράκιση δεν είχε άλλο λόγο, παρά πώς να του εξασφαλίσει από το φόβο του θανάτου και τους καθιστούσε στη μάχη δυσκίνητους, απόλεμους και ακίνδυνους.
      Ας δούμε τώρα και τη στρατιωτική οργάνωση και την πολεμική τακτική που επικρατούσε τότε εκεί.
     Έως το τέλος του 16 αιώνος, το σύστημα της γενικής στρατολογίας ήταν άγνωστο στην Ευρώπη. Τις πολεμικές δυνάμεις αποτελούσε ορισμένος αριθμός καβαλλαρέων, οπλισμένων με βαρύτατο οπλισμό και θωράκιση, και οι βοηθοί τους δορυφόροι. Εκτός όμως από τον τιμαριωτικό αυτό στρατό που ήταν στη διάθεση του κράτους, υπήρχαν στην Ευρώπη και ένα πλήθος από κομπανίες-εταιρίες-πολεμιστών ή μάλλον ληστών, που γύριζαν παντού και έσπερναν την αρπαγή, την καταστροφή και την ερήμωση. Οι άνθρωποι που τις αποτελούσαν ήταν κοινοί κακοποιοί και κακούργοι, χωρίς συνείδηση και χωρίς κανένα ιερό και όσιο. Ένας από αυτούς, ο δούκας Γουαλτιέρης, είχε  γραμμένη στην πανοπλία του την πρόστυχη αυτήν την επιγραφή: « Είμαι ο δούκας Γουαλτιέρης αρχηγός της Μεγάλης Κομπανίας, εχθρός του Θεού, του οίκτου και της ησυχίας».
     Ο Φερδινάνδος Γρηγορόβιος χαρακτηρίζει τις συμμορίες εκείνες ως περιπλανώμενα στρατιωτικά κράτη και περιγράφει ως εξής την οργάνωση τους: «Οι αρχηγοί, σιδερόφρακτοι, από το κεφάλι έως το πέλμα των ποδιών…..»
    Η Γαλλία από το 1439 παίρνοντας τους ληστές αυτούς ως τακτικούς μισθοφόρους, σχημάτισε για πρώτη φορά έναν μόνιμο στρατό από 9.000 άνδρες.
Έλληνας στρατιώτης
    Όλως  διόλου διαφορετικοί από τους Ευρωπαίους αυτούς πολεμιστές είναι οι μισθοφόροι των Βενετών που γίνονται τότε γνωστοί στις χώρες της Δύσεως με το όνομα Έλληνες στρατιώτες. Φθάνουν συγκροτημένοι σε σώματα ιππικού, των οποίων αρχηγοί είναι γόνοι αρχοντικών οικογενειών του Βυζαντίου ή ευγενείς επίσης της αριστοκρατίας των Αρβανιτών.
   Είναι γενναίοι, καρτερικοί, λιτοδίαιτοι, πειθαρχικοί και πιστοί στον όρκο τους. Όταν κινδυνεύει ο αρχηγός τους, προτιμούν να πεθάνουν παρά να φύγουν ή να παραδοθούν. Είναι πολύ ελαφρύτερα οπλισμένοι μπροστά στους σιδερόφρακτους Φράγκους και σχεδόν αθωράκιστοι. Είναι στην εντέλεια γυμνασμένοι στο άλογο και τη χρήση των όπλων, γρήγοροι,  ριψοκίνδυνοι, καλά οργανωμένοι και εκπαιδευμένοι για πόλεμο. Το ντύσιμό τους, ο οπλισμός τους, η στρατιωτική αγωγή και η πολεμική τακτική που εφαρμόζουν είναι γι’ αυτούς σύστημα καθιερωμένο από βαθειά παράδοση.
    Όπως απέδειξε ο Σάθας, καταγόταν το σύστημα αυτό από τους πολεμικούς τρόπους των αρχαίων Ελλήνων.
    Φυσικά, οι τρόποι αυτοί του πολέμου ήταν εντελώς άγνωστοι στους Ευρωπαϊκούς λαούς, στους οποίους και προξενούσαν τώρα κατάπληξη, όπως μαρτυρούν δικές τους πηγές. Ο Ιταλός χρονογράφος Σανούτο γράφει γι’ αυτούς: « Οι στρατιώτες είναι Έλληνες και φορούν φαρδιές κάπες και ψηλούς σκούφους, μερικοί δε και θώρακες. Κρατούν λόγχη στο χέρι και ρόπαλο, στο πλευρό δε κρεμούν σπαθί ( πάλα). Τρέχουν σαν πουλιά και μένουν αδιάκοπα πάνω στα άλογά τους, τα οποία δεν τρώνε χόρτο όπως τα ιταλικά. Δεν αιχμαλωτίζουν, αλλά κόβουν κεφάλια, παίρνοντας κατά τη συνήθειά τους, ένα δουκάτο για το καθένα. Τρώνε λίγο και ευχαριστιούνται με ό,τι λάχει, περιποιούνται δε πολύ τα άλογά τους.»
       Και τώρα, ας γνωρίσουμε τα κατορθώματά του. Ας αρχίσουμε από τα παλληκάρια του Πέτρου Μπουζίκη, που για πρώτη φορά βρίσκονται σε πόλεμο ξένων λαών. Φθάνουν πρώτα-πρώτα στο Βεζέβενε και, μόλις στρατοπεδεύουν, βγαίνουν, όπως γράφει στη γερουσία ο προνοητής των στρατιωτών Κονταρίνης, « για να δουν αν οι εχθροί έχουν καρδιά να μετρηθούν». Η εμπροσθοφυλακή τους, που προχώρησε ένα μίλι, συνάντησε σαράντα σιδεροφορτωμένους  ιππότες, εκατό οπλοφόρους και τρεις τοξότες και, αφού όρμησε εναντίον τους, έπιασε είκοσι έξι αιχμαλώτους και σκότωσε εννέα πολεμιστές και δώδεκα άλογα.
     Από το Βεζέβενε έρχονται στο Καζουόλ, όπου αφανίζουν πάλι τους Γάλλους, σκοτώνοντας και αιχμαλωτίζοντας. Ένα απόσπασμα από είκοσι δύο καβαλαραίους με οδηγό έναν Ιταλό τοξότη από την Λομβαρδία, προσβάλλει το κάστρο της Βιλλανόβας, που το υπεράσπιζαν 12.000 Γάλλοι. Οι γενναίοι αυτοί πολεμιστές, τρομοκρατημένοι από την εμφάνιση των τρομερών Αρβανιτών, τους παραδίδονται με τον όρο να τους χαρίσουν τη ζωή.

Πηγή: Κώστας Η. Μπίρης,  Αρβανίτες οι Δωριείς Του Νεωτέρου Ελληνισμού, εκδ. Μέλισσα, κεφ. Με τους Βενετούς Στην Άνω Ιταλία.

Τετάρτη, 7 Δεκεμβρίου 2011

Όταν οι Βίκινγκς συνάντησαν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία.

Νορμανδός- Βίκινγκ
   




         βυζαντινός οπλίτης
















  


















       Κατά το πρώτο μισό του 11ου αι. είχαν εισβάλει στην Κάτω Ιταλία μερικά στίφη Νορμανδών, οι οποίοι αρχικά υπηρέτησαν ως μισθοφόροι τους ηγέτες που στέλνονταν εκεί από την Κωνσταντινούπολη, ύστερα από λίγο όμως έγιναν κύριοι της ωραίας αυτής χώρας, επωφελούμενοι από τις έριδες των Βυζαντινών και  Γερμανών αυτοκρατόρων γι’ αυτήν και συγχρόνως από τις καταστροφικές, ανώμαλες καταστάσεις στις οποίες περιήλθε το ανατολικό κράτος τα τελευταία πενήντα χρόνια. 

 
Η πολιορκία του Δυρραχίου


 
         Ο Ροβέρτος Γυισκάρδος= πανούργος( Νορμανδός ηγέτης) είχε αρχίσει την πολιορκία του Δυρραχίου. Η κατάσταση των φρουρίων( Δυρραχίου) είχε παραμεληθεί σχεδόν όσο και ο στρατός κατά τη θητεία των προηγούμενων βασιλιάδων. Ο Γεώργιος Παλαιολόγος μόλις που πρόλαβε να βελτιώσει κάπως τα οχυρώματα του Δυρραχίου. Όταν έφθασε και ο Βοημούνδος( γιος του Ροβέρτου) εξόρμησε και πάλι εναντίον του Δυρραχίου, ώστε στα μέσα περίπου του Ιουλίου 1071;  στρατοπέδευσαν όλοι μπροστά στην πόλη εκείνη, την κάποτε πολυθρύλητη Επίδαμνο.
……………………………………………………………………………………………….
     Αλλά αν Ροβέρτος ήταν τέτοιος ηγέτης( ατρόμητος), είχε απέναντι του άνθρωπο ίσο μεν με αυτόν στην ανδρεία και στην πολεμική άσκηση, υπέρτερο ωστόσο κατά το ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του έθνους του. Το μέγεθος του νορμανδικού στρατού, η λαμπρότητα  των ιπποτικών πανοπλιών των εχθρών και η μεγάλη φήμη του ηγεμόνα είχαν κάπως φοβίσει τη φρουρά του Δυρραχίου. Αλλά ο Γεώργιος Παλαιολόγος, έχοντας προετοιμάσει κατάλληλα την πόλη και για άμυνα και για επίθεση, περιφερόμενος μέρα και νύχτα στα τείχη για να επιτηρεί την ακριβή εκτέλεση όσων είχαν διαταχθεί, υπενθυμίζοντας σε όλους το καθήκον, το οποίο πρώτος αυτό εκπλήρωνε με προθυμία και μετέδιδε σε όλους το θάρρος που γέμιζε τη δική του καρδιά.


 
         Αν ο πεισματάρης Ροβέρτος δεν σταματούσε να επιτίθεται με ποικίλες πολεμικές μηχανές , ο Παλαιολόγος, που δεν του αρκούσε να αποκρούει νύχτα και μέρα τις εφόδους του αντιπάλου, επιχειρούσε εξόδους πολύ μεγαλύτερες από προηγουμένως, κατά τις οποίες πάντα έδινε δείγματα εξαιρετικής γενναιότητας, ενώ πολλές φορές πληγώθηκε βαριά.

 
Η κατάληψη του Δυρραχίου

Σύγχρονη αναπαράσταση Νορμανδού ιππότη και πεζού.

 

      Ο Αλέξιος Α' Κομνηνός, χρονοτριβώντας για λίγο στη Θεσσαλονίκη για να γυμνάσει κάπως τον αυτοσχέδιο στρατό του  και να έχει περισσότερες ειδήσεις σχετικά με το Ροβέρτο, πλησίασε το Δυρράχιο στα μέσα Οκτωβρίου, και αμέσως διαμήνυσε στον Παλαιολόγο να πάει στο στρατηγείο. Ο συνετός υπερασπιστής του Δυρραχίου δίστασε αρχικά να υπακούσει, γιατί δεν θεωρούσε φρόνιμο να εγκαταλείψει την πόλη σε μια τόση επικίνδυνη στιγμή, αναγκάστηκε όμως να ενδώσει. Εμφανίστηκε λοιπόν μπροστά στο βασιλιά και, όταν του εξέθεσε όλα τα σχετικά συμβάντα της πολιορκίας, καθώς και την παρούσα κατάσταση, ρωτήθηκε αν θεωρούσε σωστό να δοθεί η κρίσιμη μάχη με τους αντιπάλους. Ο Γεώργιος Παλαιολόγος απάντησε ότι όχι, και ότι θεωρεί προτιμότερο να αποκλειστεί από παντού ο Ροβέρτος, να πιεστεί με αδιάκοπους ακροβολισμούς, να στερηθεί τ’ απαραίτητα τρόφιμα και να αναγκαστεί έτσι να παραδώσει τα όπλα. Η γνώμη αυτή, την οποία αποδέχονταν πολλοί από τους μεγαλύτερους αξιωματικούς, ήταν ομολογουμένως η πιο συνετή. Αλλά ο Αλέξιος Α' Κομνηνός δεν υπάκουσε….



Αλέξιος Α' Κομνηνός
 
Η μάχη πραγματοποιήθηκε στην παραλία γύρω από το Δυρράχιο στις 18 Οκτωβρίου 1081. Η ήττα του Αλεξίου ήταν ολοκληρωτική...
     Το Δυρράχιο τελικά έπεσε τον Φεβρουάριο του 1082 και από εκεί ο Ροβέρτος επιχείρησε την κατάκτηση της υπόλοιπης Ιλλυρίας και, προχωρώντας μέχρι την Καστοριά την κατέκτησε εύκολα…..
Βίκινγκ
 
Το 1083 η Καστοριά απελευθερώνεται από τον  Αλέξιο Α' Κομνηνό, ενώ τον επόμενο χρόνο πεθαίνει ο Ροβέρτος με αποτέλεσμα να ο στρατός του να διχαστεί και να σκορπίσει…. Όσο για το Δυρράχιο και τα υπόλοιπα φρούρια ανακτήθηκαν όλα από τον Αλέξιο Α' Κομνηνό.




 

Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Η "Καταλανική Εταιρεία" και η οριστική καταστροφή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού

Στις αρχές του 14ου αιώνα ο Ελλαδικός χώρος ήταν κατακερματισμένος ανάμεσα σε κτήσεις που ανήκαν στον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ΙΙ Παλαιολόγο και σε Φράγκους φεουδάρχες κληρονόμους των Σταυροφόρων που άλωσαν την Κωνσταντινούπολη το 1204.

Ο Αυτοκράτορας είχε υπό τον έλεγχο του την Μακεδονία, την Θράκη, τον Μυστρά, την Κωνσταντινούπολη και μια στενή λωρίδα γης στην Μικρά Ασία που εφαπτόταν στην Βασιλεύουσα. Ο υπόλοιπος χώρος (Θεσσαλία, Θήβα, Ανδραβίδα, Αθήνα, Πάτρα, Κόρινθος, νησιά του Αιγαίου, Ναύπακτος) βρίσκονταν υπό τον έλεγχο Φράγκων φεουδαρχών που συγγένευαν με ισχυρούς βασιλικούς οίκους της Ευρώπης. Οι περιοχές αυτές ήταν κατάσπαρτες από ισχυρά κάστρα που σταθεροποιούσαν την εξουσία των κατά τόπους βαρόνων και μικρότερων μικρότερων ευγενών, εις βάρος του ντόπιου αγροτικού πληθυσμού.
Εκείνη την εποχή εμφανίστηκε για τον Βυζαντινό Αυτοκράτορα Ανδρόνικο ο σημαντικός κίνδυνος των Οθωμανών Τούρκων. Ο βυζαντινός στρατός είχε αποδιοργανωθεί πλήρως λόγω έλλειψης χρημάτων ικανών στρατηγών και απωλειών από τους πολέμους με τους Φράγκους, είχε χάσει κατά μεγάλο μέρος το ηθικό και την αλκή του και έτσι οι πλέον αξιόπιστες βυζαντινές στρατιωτικές μονάδες ήταν Αλανοί και Μουσουλμάνοι μισθοφόροι. Έτσι ο Ανδρόνικος μοιραία στράφηκε στην Δύση για να βρει ισχυρότερους συμμάχους.

Καταλανοί στρατιώτες
Την ίδια εποχή στην Σικελία τελείωναν οι "Σικελικοί Εσπερινοί", ένας αιματηρός εμφύλιος πόλεμος μεταξύ βασιλικών οίκων με τελικό έπαθλο το νησί της Σικελίας. Μετά το τέλος του πολέμου και την ειρήνη του Καλταμπελλόττα, ο μισθοφόρος τυχοδιώκτης καταλανικής καταγωγής Ρογήρος ντε Φλορ (παλαιός Ναΐτης ιππότης), όπως και χιλιάδες άλλοι Καταλανοί μισθοφόροι (γνωστοί και ως αλμαγάβαροι από την εποχή των επιθέσεων τους κατά των Μωαμεθανών της Ισπανίας), βρέθηκαν χωρίς εργοδότη. Μετά από συνεννοήσεις ο Ανδρόνικος τους έπεισε να συμμαχήσουν μαζί του τάζοντας υψηλές αποδοχές και αξιώματα. Έτσι το 1302 ο Ντε Φλορ μαζί με 5.000 ακόμη Καταλανούς επιβιβάζονται σε 36 πολεμικές γαλέρες και πηγαίνουν στην Κωνσταντινούπολη όπου γίνονται δεκτοί με μεγάλες τιμές από τον Αυτοκράτορα.

Το 1303 εγκαθίστανται στο Κύζικο Μ. Ασίας και στα επόμενα δύο χρόνια συντρίβουν σε συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις τους επικίνδυνους Οθωμανούς φτάνοντας ως το Ικόνιο, αποδεικνύοντας την αδιαμφισβήτητη στρατιωτική τους αξία. Παράλληλα όμως οι Καταλανοί αποσπούσαν με την βία αμοιβές και από τις πόλεις που απελευθέρωναν, ενώ πολλές τις ρήμαζαν και τις λεηλατούσαν. Η συμπεριφορά τους αυτή και οι συνεννοήσεις τους με τοπικούς άρχοντες για δημιουργία ανεξάρτητου Καταλανικού κρατιδίου στην Μ. Ασία, δικαίως τους κατέστησε επικίνδυνους στα μάτια του Αυτοκράτορα που τους κάλεσε εσπευσμένα στην Κωνσταντινούπολη και δολοφόνησε τον αρχηγό τους Ντε Φλόρ με την ελπίδα ότι οι υπόλοιποι θα διαλύονταν. Οι Καταλανοί όμως όχι μόνο δεν διαλύθηκαν, αλλά αφού εξέλεξαν νέο τους αρχηγό τον Μπερεγκάρ ντε Ροκαφόρ, λεηλάτησαν όλη την χερσόνησο της Καλλίπολης σφάζοντας ανηλεώς τους κατοίκους της και προκαλώντας συνεχώς τους Βυζαντινούς για μάχη φτάνοντας ως τα τείχη της πρωτεύουσας. Όταν τα Βυζαντινά στρατεύματα αποφάσισαν να αντιπαρατεθούν, ακολούθησε μια καταστροφική μάχη για αυτούς όπου σκοτώθηκαν σχεδόν 20.000 άνδρες ενώ τραυματίστηκε και ο γιος του Αυτοκράτορα.

Μετά από αυτή την μάχη, τα βυζαντινά εδάφη και οι πληθυσμοί τους, βρέθηκαν στο έλεος της "καταλανικής εταιρείας" (η "κομπανίας" κατά την επί λέξει απόδοση του όρου από τα Ισπανικά). Οι Καταλανοί λεηλάτησαν με μίσος όλη την Θράκη και την Μακεδονία, ληστεύοντας και σκοτώνοντας όποιον έβρισκαν μπροστά τους, γεμίζοντας με τρόμο τους φτωχούς κατοίκους των περιοχών. Εγκαταστάθηκαν την διετία 1307-1309 στην Ποτίδαια Χαλκιδικής προσπαθώντας χωρίς επιτυχία να καταλάβουν την οχυρή Θεσσαλονίκη. Από την καταστροφική μανία των Καταλανών δεν ξέφυγε ούτε το Άγιο Όρος όπου από 300 Μονές, μόνο 25 έμειναν αλώβητες, ενώ οι υπόλοιπες βεβηλώθηκαν και καταληστεύτηκαν. Για να γίνει αντιληπτή η σκληρότητα των Καταλανών αναφέρουμε πως όταν ο αρχηγός τους ντε Ροκαφόρ τους εγκατέλειψε αιφνιδιαστικά το 1308, έσφαξαν άλλους δεκαπέντε μικρότερους στην ιεραρχία, αρχηγούς τους για να εκτονώσουν την οργή τους.

Αμέσως μετά την καταστροφή των περιοχών της Μακεδονίας και λόγω της πίεσης του Αυτοκρατορικού στρατού υπό τον ικανό αρχιστράτηγο Χανδρηνό , αναχώρησαν κατέλαβαν και λεηλάτησαν την Θεσσαλία με ευκολία, εισερχόμενοι πλέον στις Φράγκικες κτήσεις. Φτάνοντας στην Θήβα το 1310 μ.Χ. ήρθαν σε συνεννόηση με τον ισχυρό Δούκα της Αθήνας Βάλτερ ντε Μπριεν συνεχιστή του οίκου ντε Λα Ρος και πολέμησαν κατακτώντας πολλά κάστρα (Ζητούνι, Φάρσαλα, Αλμυρός, Σιδηρόκαστρο) για λογαριασμό του. Τις τάξεις της "Καταλανικής Εταιρείας" είχαν πυκνώσει νέοι εθελοντές από την Καταλονία αλλά και πολλοί Οθωμανοί Τούρκοι.

Τον Σεπτέμβριο ο Βάλτερ ντε Μπριεν φοβούμενος την αύξηση της ισχύος της "Εταιρείας", ζήτησε από τους Καταλανούς να εγκαταλείψουν τα εδάφη του, παραδίδοντας όλα τα κάστρα που κέρδισαν πολεμώντας για λογαριασμό του. Η Καταλανική Εταιρεία ζήτησε να κρατήσει κάποια από αυτά για να εγκατασταθεί μόνιμα, αλλά ο Δούκας αρνήθηκε με προσβλητικό τρόπο και ετοιμάστηκε να συντρίψει τους Καταλανούς καλώντας όλους τους Φράγκους συμμάχους του για βοήθεια, κατά την συνήθεια της εποχής. Πολύ σύντομα 2000 σιδερόφρακτοι ιππότες και 20.000 πεζοί είχαν μαζευτεί στην Αθήνα, δύναμη τεράστιας ισχύος για τα δεδομένα της εποχής. Οι σιδερόφρακτοι Φράγκοι ιππότες αποτελούσαν την πιο επίλεκτη μονάδα της εποχής καθώς η επίθεση τους ήταν συντριπτικής ισχύος έναντι οποιουδήποτε αντιπάλου και απολάμβανε μεγάλης φήμης τότε.

Οι Καταλανοί ήταν πλέον παγιδευμένοι καθώς στην Θεσσαλία προήλαυνε ο ικανός Βυζαντινός στρατηγός Χανδρηνός με σημαντικές δυνάμεις που τους είχε νικήσει στο παρελθόν, έτσι η μάχη κατά των Φράγκων του Βάλτερ στις 15 Μαρτίου 1311, ήταν μονόδρομος. Οι Καταλανοί διάλεξαν με στρατιωτική σοφία, το πεδίο μάχης να είναι στην πεδιάδα του ποταμού Κηφισσού (της Βοιωτίας) κοντά στην Κωπαΐδα, όπου το έδαφος ήταν ελώδες. Οι δυνάμεις τους (3500 ιππείς, 4000 πεζοί και
πολλοί Τούρκοι) παρατάχθηκαν με το έλος μπροστά τους. Ο Βάλτερ ντε Μπριεν έπεσε στην παγίδα διατάσσοντας επέλαση στους ιππότες που τον περιστοίχιζαν. Το βαρύ Φράγκικο ιππικό κόλλησε στην λάσπη και ακολούθησε η μαζική σφαγή του, από τους πεπειραμένους Καταλανούς. Από την Φράγκικη στρατιά πολύ λίγοι επέζησαν. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν γλίτωσε ούτε ένας στρατιώτης για να μεταφέρει το νέο της καταστροφής στην Αθήνα.

Έτσι οι Καταλανοί κατέλαβαν την Θήβα (την λεηλάτησαν σφάζοντας τους κατοίκους της χωρίς να εξαιρέσουν ούτε τα νήπια) και την Αθήνα το 1311 εγκαθιστώντας μόνιμο δικό τους καθεστώς το οποίο άντεξε ως το 1387, χάρις την αλκή των πολεμιστών του και τις ισχυρές συμμαχίες που σύμπτυξε. Στα χρόνια που ακολούθησαν διεξήγαγαν πολλές επιδρομές και πολέμους στις γύρω περιοχές και στην μέγιστη ακμή τους έλεγχαν όλη την Θεσσαλία και την Στερεά Ελλάδα ως την Κόρινθο. Οι ανώτεροι αξιωματούχοι των Καταλανών έλαβαν για συζύγους τις γαλαζοαίματες γυναίκες των ευγενών που εξολόθρευσαν στην μάχη της Κωπαΐδας. Η καταλανική ορίστηκε ως
επίσημη γλώσσα του Αθηναϊκού κρατιδίου, ενώ οι Έλληνες κάτοικοι ζούσαν υπό την συνεχή καταπίεση των Καταλανών χωρίς να έχουν δικαίωμα να εμπορεύονται, να μεταβιβάζουν την περιουσία τους στα παιδιά τους και να ασκούν άλλα επαγγέλματα πλην των αγροτικών.

Λίγα χρόνια μετά, εξομάλυναν τις κάκιστες σχέσεις τους με τον Πάπα. Οι δύο επόμενες γενιές που ακολούθησαν όμως, δεν επέδειξαν την στρατιωτική αλκή των προγόνων τους, καθώς μεγάλωσαν στην χλιδή των δεσποτών της μεσαιωνικής φεουδαρχίας. Μετά την φυσιολογική εξέλιξη της πτώσης του καθεστώτος της καταλανικής Εταιρείας στην Αθήνα από τον οίκο Ατζαγιόλι το 1387, πολλά μέλη της επέστρεψαν στην Σικελία και στην Καταλονία....
Επίλογος

Η ιστορία της "Καταλανικής Εταιρείας" μαρτυρεί την μεγάλη αδυναμία τόσο του Βυζαντινού όσο και των Φραγκικών μικρότερων κρατών να προστατέψουν τα εδάφη τους ακόμη και από την απειλή ανοργάνωτων στιφών μισθοφόρων τυχοδιωκτών. Η επίδραση της Καταλανικής εταιρείας στην τύχη της Μεσαιωνικής Ανατολής ήταν πολύ μεγάλης σημασίας, καθώς λεηλάτησε και κατέστρεψε όλη την Βαλκανική Χερσόνησο (πλην Πελοποννήσου), ενώ συνέτριψε σε δύο πολύνεκρες και αποφασιστικές μάχες, το άνθος του Βυζαντινού στρατού και της Φράγκικης ιπποσύνης. Έτσι οι Οθωμανοί λίγα χρόνια μετά εκμεταλλεύθηκαν την καταστροφή και την αποδιοργάνωση των μεσαιωνικών κρατικών οργανισμών των Βαλκανίων, επικρατώντας και επιβάλλοντας την σκοταδιστική και δεσποτική εξουσία τους για τέσσερις αιώνες.

Η πρωτόγονη αγριότητα, η ασχήμια και η παντελής έλλειψη ατομικής καθαριότητας χαρακτήριζαν τα μέλη της "Εταιρείας" ενώ μακρινοί απόηχοι της παρουσίας της εντοπίζονται στην λαϊκή δημοτική μας παράδοση. Ο ιστορικός William Miller θεωρεί ότι η παρουσία της Καταλανικής Εταιρείας στην περιοχή, είχε ίσης σημασίας καταστροφικά αποτελέσματα με την Άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους της δύσης το 1204 μ.Χ.

Η σημερινή πολιτική ηγεσία της περιοχής της Καταλανίας με πρωτοβουλία του Κάρλες Ντουάρτε επέδειξε αυξημένη πολιτισμική ανθρωπιστική και ιστορική ευαισθησία, χρηματοδοτώντας το 2004 την αναστήλωση της Μονής Βατοπαιδίου προσδοκώντας με αυτή την χειρονομία να εξιλεωθεί 700 χρόνια μετά για τις ανήκουστες καταστροφές που προκάλεσαν στον Ελλαδικό χώρο και στο Άγιο Όρος οι βάρβαροι πρόγονοι τους.
Ι. Β. Δ.

Πηγές

William Miller, Η Φραγκοκρατία στην Ελλάδα, εκδόσεις "Ελληνικά Γράμματα"

Η Κατανανική παρουσία στον Ελλαδικό χώρο

Λαογραφικές ενδείξεις για την παρουσία της "Καταλανικής Εταιρείας"

Βιογραφία του Ρογήρου ντε Φλορ, ιδρυτή της "Καταλανικής Εταιρείας"

Η προσπάθεια των Καταλανών για εξιλέωση εν έτει 2005

ΠΗΓΗ: istorikathemata.blogspot.com