Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Λουκάς Νοταράς ( Ο τελευταίος Έλληνας « Πρωθυπουργός» της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας)



                               
Όταν εισήλθε ο Μωάμεθ Β’ στην Πόλη ζήτησε να του παρουσιαστεί ο Νοταράς. Μόλις τον συνάντησε ο Νοταράς, τον προσκύνησε. Τότε ο Μωάμεθ Β’, δείχνοντάς του την Πόλη, τον ρώτησε γιατί δεν του την παρέδωσαν και την άφησαν να καταστραφεί. Ο Νοταράς του εξήγησε ότι κάτι τέτοιο δεν ήταν δυνατό να συμβεί, καθώς μάλιστα κάποιοι Τούρκοι τους διαβεβαίωναν ότι δεν πρόκειται να πέσει η Πόλη.

Στη συνέχεια ο Μωάμεθ Β’ ρώτησε το Νοταρά, αν γνωρίζει που βρίσκεται ο Βασιλιάς. Ο Νοταράς αποκρίθηκε πως δεν γνωρίζει, διότι βρισκόταν σε άλλο σημείο. Όταν όμως εμφανίστηκε το κεφάλι του Παλαιολόγου, ο Νοταράς αμέσως το αναγνώρισε.

Ο Μωάμεθ Β’ καθησύχασε το Νοταρά, του πρόσφερε χρήματα και του είπε ότι θα του παρέχει περισσότερα απ’ όσα είχε πριν. Του ζήτησε, όμως, τα ονόματα όλων των ευγενών και αξιωματικών και έπειτα τον άφησε σπίτι του με τη γυναίκα και τα παιδιά του. Αυτή ήταν η πρώτη συνάντηση των δύο ανδρών.

Την επόμενη μέρα, 30 Μαίου 1453, ο Μωάμεθ Β’ πήγε στο σπίτι του Νοταρά, όπου συνάντησε τη γυναίκα του κλινήρη και της είπε να μην στεναχωριέται, καθώς θα της προσφέρει περισσότερα απ’ όσα έχασε και της ευχήθηκε υγεία. Κατόπιν τα παιδιά του Νοταρά τον προσκύνησαν και τον ευχαρίστησαν.

Το απόγευμα της ίδια ημέρας παρατέθηκε συμπόσιο στο παλάτι. Ο Μωάμεθ Β΄ μέθυσε και ζήτησε από τον αρχιευνούχο  να πάει στο σπίτι του Νοταρά και να του πει ότι ο Μωάμεθ Β’  διατάζει να φέρει το νεότερο γιο του, ο οποίος ήταν 14 ετών και πολύ όμορφος, στο συμπόσιο.

Όταν ο Νοταράς άκουσε τη διαταγή χλόμιασε και απάντησε στον ευνούχο ότι κάτι τέτοιο δεν συνηθίζεται , δηλαδή, να δίνουν οι γονείς τα παιδιά για τα μιάνουν. Ο ευνούχος τον παρότρυνε να μην οργίσει τον σουλτάνο, ωστόσο ο Νοταράς δεν άλλαξε γνώμη και είπε πως, αν θέλει να πάρει το παιδί ας το πάρει, ο ίδιος όμως δεν το δίνει.

Ο αρχιευνούχος ανέφερε τα γεγονότα στο σουλτάνο και τότε ο αυτός διέταξε να του φέρει το νεότερο γιο, αλλά και να σκοτώσει το Νοταρά και τους δύο μεγαλύτερους γιους του. Όταν ο Νοταράς έμαθε την απόφαση, φίλησε τη γυναίκα του και τις κόρες του και πήγε μαζί με το δήμιο και τους δύο γιους του, ενώ ο μικρότερος πήγε στο παλάτι.

Ο ένας από τους δύο γιους του άρχισε να κλαίει και τότε ο πατέρας του προσπάθησε να το ενθαρρύνει και αυτόν και τον άλλον λέγοντας : « Παιδιά μου, χθες εν ριπή οφθαλμού χάσαμε και δόξα και πλούτο και δύναμη. Μπορέσαμε ίσως να ζήσουμε, αλλά πώς;  Καταφρονημένοι και ταλαιπωρημένοι μέχρι να έρθει και το δικό μας τέλος. Δεν είναι προτιμότερος ο θάνατος από μια τέτοια ζωή; Που είναι ο βασιλιάς μας; Χθες δεν δολοφονήθηκε; Που είναι ο συμπέθερός μου και πατέρας σου, ο Μέγας Δομέστιχος; Που είναι ο Μέγας σταυλάρχης Παλαιολόγος με τους δύο γιους του; Δεν σφάχτηκαν χθες στον πόλεμο; Μακάρι να είχαμε πεθάνει κι εμείς μαζί τους. Ωστόσο και τούτη δω η ώρα είναι η κατάλληλη. Μην αμελούμε άλλο. Γιατί ποιος γνωρίζει τα όπλα του διαβόλου; Αν καθυστερήσουμε, μπορεί να χτυπηθούμε από τα δηλητηριασμένα βέλη του. Να, τώρα είναι η ευκαιρία. Να, ας πεθάνουμε κι εμείς στο όνομα Αυτού που σταυρώθηκε για το χατίρι μας, θανατώθηκε και αναστήθηκε, για να γευτούμε μαζί του τα αγαθά Του.»

Ύστερα ο Νοταράς ζήτησε από το δήμιο να αρχίσει την εκτέλεση από τα παιδιά του, ενώ ο ίδιος αναφωνούσε: « Σ’ ευχαριστώ, Κύριε. Είσαι δίκαιος, Κύριε.» Τέλος ο Νοταράς ζήτησε  και έλαβε την άδεια  να προσευχηθεί στο ναό και όταν βγήκε αποκεφαλίσθηκε.

Σάββατο, 8 Νοεμβρίου 2014

Ιωάννης Ιουστινιάνης




Πρόσωπο  θρύλος ή μήπως ένας απλός πολεμιστής; Άνθρωπος περιλάλητος ή μήπως ένας απλός τυχοδιώκτης; Μιλάμε ασφαλώς για τον Τζιάνι Τζουστινιάνι Λόνγκο ή, πιο ελληνικά, Ιωάννη Ιουστινιάνη. Ας διαβάσουμε τι λένε εμπεριστατωμένα ορισμένοι ιστορικοί ερευνητές γι’ αυτόν τον άνθρωπο-μυστήριο, ο οποίος σήκωσε στους ώμους του ένα βαρύ φορτίο, όπως ήταν η απόκρουση των ορδών του Μωάμεθ τού πολιορκητή. Διαβάζουμε:

Ιωάννης Ιουστινιάνης
           Στις 26 Ιανουαρίου 1453 δύο γαλέρες αποβίβασαν 700 άνδρες στην Κωνσταντινούπολη. Η παρέλασή τους στους δρόμους της πόλης προκάλεσε τον ενθουσιασμό των κατοίκων. Οι σιδηρόφρακτοι στρατιώτες του Ιωάννη Ιουστινιάνη εθεωρούντο άτρωτοι και η άφιξή τους τροφοδότησε ελπίδες για ενίσχυση από τη Δύση. Αλλά ο Ιουστινιάνης ήταν μόνος.
           Ο Ciovani Giustiniani Longo αδικήθηκε από την Ιστορία. Ήταν ένας συνεπής πολεμιστής, γενναίος τυχοδιώκτης, ενθουσιώδης υπερασπιστής. Ωστόσο, η υποχώρησή του λίγο πριν από την είσοδο των Τούρκων στην Πόλη έδωσε ερείσματα στην ιστορική καταγραφή για να του απευθύνει μομφή ως προς τη γενναιότητα που επέδειξε.
              Για τον Ιουστινιάνη δεν γνωρίζουμε πολλά. Αντλούσε την καταγωγή του από μεγάλη εμπορική οικογένεια της Γένοβας, η οποία είχε υπό τον έλεγχό της τη Χίο. Γεννήθηκε το 1400. Ο Κωνσταντίνος του έδωσε τον τίτλο του πρωτοστράτορα, του υπευθύνου για την άμυνα της Πόλης. Αν κατάφερνε να κρατήσει τους Οθωμανούς έξω από την Κωνσταντινούπολη, θα λάμβανε ως αμοιβή το νησί της Λήμνου.
            Η παρουσία του δεν ενθουσίασε όλους τους παράγοντες της Πόλης. Ο μέγας λογοθέτης Λουκάς Νοταράς δεν έκρυβε τη δυσφορία του και οι δύο άνδρες έφτασαν πολύ κοντά στην ένοπλη σύγκρουση. Χρειάστηκε η παρέμβαση του αυτοκράτορα για να αποφευχθεί η αιματοχυσία.
             Ο Ιουστινιάνης ήταν υπέρμαχος των ρεαλιστικών λύσεων, αλλά και διόλου φειδωλός ως προς το θάρρος και τη μαχητικότητα που επέδειξε. Σε όλη τη διάρκεια της πολιορκίας ήταν στην πρώτη γραμμή των τειχών, ακούραστος μαχητής και εμψυχωτής δυτικών και Βυζαντινών. Ταυτόχρονα προέτρεπε τον αυτοκράτορα να εγκαταλείψει την Πόλη για να αναζητήσει βοήθεια από τη Δύση.
 
Βυζαντινός πεζός των εναπομεινάντων τακτικών μονάδων (1453)
          Ο πρωτοστράτορας εγκατέλειψε την άμυνα της Πόλης την ύστατη στιγμή, όταν τραυματίστηκε, λίγο πριν το λάβαρο του σουλτάνου στηθεί στα τείχη. Κατά το Φραντζή δεν δέχθηκε τις παρακλήσεις του Κωνσταντίνου «προς τον αδελφό του» για να παραμείνει στη μάχη αν και το τραύμα του δεν ήταν σοβαρό. Άλλες πηγές αναφέρουν πως πληγώθηκε σοβαρά, στο στέρνο, στο πρόσωπο ή στο πόδι. Αποσύρθηκε μαζί με τους άνδρες του και ουσιαστικά επιταχύνθηκε το αναπόφευκτο. Βενετσιάνοι χρονικογράφοι υποστηρίζουν ότι ο Ιουστινιάνης δείλιασε όταν τραυματίστηκε.
           Πρόκειται για μια εκδοχή που μάλλον αδικεί την αλήθεια και το ανάστημα του σπουδαίου αυτού άνδρα. Άνδρες αντίστοιχου ηθικού αναστήματος δεν κυριεύονται από πανικό. Επί πενήντα ημέρες πολεμούσε στην πρώτη γραμμή. Γνώριζε τον συσχετισμό των δυνάμεων. Αν σκόπευε να διαφύγει, θα το επιχειρούσε νωρίτερα. Ο ίδιος θα μπορούσε να διαπραγματευτεί με τον σουλτάνο και απάντησε αρνητικά σε όλες τις προτάσσεις για δωροδοκία.
          Βέβαια, επρόκειτο για έναν επαγγελματία που όταν διαπίστωσε πως η μάχη είχε κριθεί, ίσως αποφάσισε πως έφτασε η ώρα της αποχώρησης. Ο Κορδάτος επικαλείται πηγές και εκτιμήσεις που δεν αποκλείουν ο Ιουστινιάνης να χτυπήθηκε πισώπλατα, από βυζαντινό βόλι των ανθενωτικών που προτιμούσαν την κυριαρχία του σουλτάνου από την επιρροή της Δύσης. Αν συνέβη αυτό, η αποχώρηση αποτελεί φυσιολογική αντίδραση. Άλλωστε ο Ιουστινιάνης δεν έκρυβε την καχυποψία του για το ρόλο των ανθενωτικών στοιχείων. Πέθανε λίγο αργότερα, από γάγγραινα. Ετάφη στη Χίο, στο Ναό του Αγίου Δομήνικου.» ( Επιμέλεια: Κώστας Γιαννακίδης – Λαμπρινή Χ. Θωμά)
Πάνω στον τάφο του έγραψαν το εξής επίγραμμα:
«Ένθαδε κείται Ιωάννης Ιουστινιάνης, ανήρ περικλεής και πατρίκιος Γενουήσιος εκ των Μαονέων της Χίου, όστις, κατά την εκστρατείαν του βασιλέως των Τούρκων Μωάμεθ εναντίον της Κωνσταντινουπόλεως, μεγαλοψύχως ηγεμονεύων παρά το γαληνοτάτω Κωνσταντίνω, τελευταίω των ανατολικών Χριστιανών αυτοκρατόρι, θανασίμως πληγωθείς απέθανε.»

Με σεβασμό και τιμή
ΑΓΓΕΛΟΣ ΠΑΝ. ΣΑΚΚΕΤΟΣ
Πέμπτη, 29 Μαΐου 2014