Τρίτη, 31 Δεκεμβρίου 2013

Ο Νικήτας Χωνιάτης για τους Λατίνους!




Ο Νικήτας Χωνιάτης, από μεσαιωνικό χειρόγραφο
« Και κάθε Λατίνος στρατιώτης που έπιανε αιχμάλωτο τον αντίπαλό του τον κακομεταχειριζόταν και δεν του έδειχνε έλεος. Διέπραττε κάθε κακό που υπαγόρευε η αλαζονεία της νίκης. Λήστευε τον εχθρό του και, καθυποτάσσοντάς τον, του επέβαλλε πληγές ανυπόφορες, πέρα από κάθε περιγραφή. Ακόμη και αν ήταν Ρωμαίος ο αιχμάλωτος και μπορούσε να μιλήσει τέλεια την ιταλική γλώσσα, ήταν τόσο αποξενωμένος απ’ αυτό το αλλόφυλο ξένο έθνος, ώστε ακόμα και το ένδυμά του δεν είχε τίποτα κοινό με τους Λατίνους. Έμοιαζε να τον απεχθάνεται ο Θεός και να είναι καταδικασμένος να πιει διαμιάς το ποτήριο της άκρατης οργής του Θεού. Γιατί ποια θανατηφόρα έχιδνα, ποιο φίδι ολέθριο ή ταυροφόνος λέοντας δεν παραβλέπει το πολυκαιρισμένο κρέας όταν ικανοποιείται με κυνήγι νέο; Έτσι ξέσπασε η απανθρωπιά των Λατίνων στους αιχμαλώτους. Και δεν έγινε οίκτος από ικεσίες, δεν μαλάκωσε από τα δάκρυα, μήτε άλλαξε από τις κολακείες. Κι αν τραγουδούσε κανείς χαρούμενο σκοπό, ακουγόταν σαν του γερακιού το σκλήρισμα, σαν κρώξιμο κοράκου. Ακόμα κι αν μπορούσε η μουσική τους βράχους να γητέψει και να τους στήσει ορθούς, μάταια ηχούσε την χορδή ο λυράρης, μάταια τη φωνή του δυνάμωνε σ’ ολόγλυκο τραγούδι. Ακόμα και αν υποτασσόταν ο βάρβαρος σε τούτο το κύκνειο άσμα ή στο τραγούδι της τιμής, η αδυσώπητη ψυχή του θα το άλλαζε με το θανατικό, άκαμπτη όπως πριν ή σκληρόκαρδη σε κάθε ικεσία, σαν το σκληρό αμόνι. Μόνο το γένος του γνωρίζει πώς να παραδίνεται σε τούτο τον θυμό, να υποτάσσεται στις οργισμένες εντολές του. Τι κακό ατελείωτο του επιτράπηκε αυτό που τους Ρωμαίους τους μισεί, πόση εχθρότητα είναι κρυμμένη στην καρδιά του για κάθε Έλληνα. Ακόμα και ο όφις, ο αρχαίος συνωμότης ενάντια στην ανθρώπινη φυλή δεν συνέλαβε μήτε γέννησε τέτοια έχθρα. Αλλά η γη που μας έτυχε να κατοικούμε και τους καρπούς να δρέπουμε παρομοιάστηκε με τον παράδεισο από τους καταραμένους Λατίνους, γέμισαν με παθιασμένη απέχθεια για τον ευλογημένο τόπο, κακή προδιάθεση για το γένος μας, και παραμένουν για πάντα εργάτες έργων κακών. Αν και υποκρίνονται πως είναι φίλοι, ανάλογα με τις ανάγκες των καιρών, μας απεχθάνονται σαν τους χειρότερους εχθρούς τους. Ακόμα κι αν η λαλιά τους είναι πρόσχαρη και απαλότερη από το λάδι που κυλά αθόρυβα, βέλη είναι τα λόγια τους, πιο κοφτερό και από ξίφος δίστομο. Έτσι μεγάλο χάσμα υπάρχει ανάμεσά μας και καμιά συνάφεια στις αντιδιαμετρικές απόψεις μας, αν και συνδεθήκαμε στενά και συχνά την ίδια στέγη μοιραζόμαστε.»